8 Μαρ 2012

Uncertainty, Void for


uncertainty, void for   Άκυρο λόγω ασάφειας. Ο όρος αναφέρεται σε έγγραφα (π.χ. διαθήκες) τόσο ασαφή ή τόσο δυσνόητα, που το περιεχόμενό τους δεν γίνεται κατανοητό.

16 Φεβ 2012

Holograph

holograph  Ιδιόγραφο έγγραφο. Έγγραφο, όπως π.χ. μία διαθήκη ή πράξη δωρεάς, που έχει γραφτεί εξ ολοκλήρου δια χειρός του συντάκτη του, π.χ. διαθέτη ή δωρητή. Βλ. Re Kanani (1978) 122 SJ 611.

12 Φεβ 2012

Burial, Prevention of

burial, prevention of   Παρεμπόδιση της ταφής (ή της καύσης) νεκρού. Όταν γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία είναι αξιόποινη πράξη που στρέφεται κατά της δημόσιας τάξης. Βλ. R v. Hunter [1974] QB 95 και R v. Pedder [2000] Cr App R (S) 38.

7 Φεβ 2012

Illegal Entrant

illegal entrant   Αλλοδαπός που εισέρχεται ή εισήλθε παράνομα στη Μεγ. Βρετανία. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνεται από το νόμο Immigration Act 1971 s 33 (1), είναι «κάθε άτομο που εισέρχεται ή αποπειράται να εισέλθει παράνομα στη χώρα κατά παράβαση απόφασης απέλασης ή των νόμων περί μετανάστευσης». Βλ. π.χ. R v. Secretary of State for the Home Department ex p Chan (1992) The Times, 1 January και R v. Naille [1993] 2 WLR 927. Πρβλ. επίσης και το νόμο Immigration and Asylum Act 1999, s 32 (1).

1 Φεβ 2012

Paralegals

paralegals Νομικοί βοηθοί που εργάζονται κυρίως σε δικηγορικές εταιρείες υποστηρίζοντας τους δικηγόρους στο έργο τους. Συνήθως έχουν νομικές γνώσεις ή σχετική εμπειρία, αλλά δεν πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις για ν’ αποκτήσουν την ιδιότητα του barrister ή του solicitor ή του legal executive (νομικού στελέχους). Συχνά οι νομικοί βοηθοί είναι μελλοντικοί ασκούμενοι δικηγόροι (pupil barristers ή trainee solicitors) που δεν έχουν ακόμα εξασφαλίσει θέση για άσκηση. Καθώς τα καθήκοντά τους διαφέρουν από εταιρεία σε εταιρεία, δεν υπάρχει ενιαίος φορέας πιστοποίησής τους, όπως ο αντίστοιχος για τους legal executives. Σχετικά διπλώματα πιστοποίησης επιπέδων χορηγεί κατόπιν εξετάσεων το Institute of Legal Executives (ILEX), το οποίο χορηγεί επίσης διπλώματα και για νομικούς γραμματείς (legal secretaries).
Στα καθήκοντα των paralegals μπορούν να περιλαμβάνονται:
  • Νομική έρευνα
  • Αρχειακή έρευνα
  • Ετοιμασία αναφορών και περιλήψεων νομικών εγγράφων
  • Χειρισμός αλληλογραφίας

31 Ιαν 2012

Wayleave

wayleave  Δουλεία διόδου διαμέσου του ακινήτου ή υπέρ του εδάφους του για σκοπούς που σχετίζονται με ηλεκτρικά, τηλεφωνικά ή τηλεγραφικά καλώδια. Βλ. το νόμο Taxes Act 1988, s 120, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο Finance Act 1997, s 60.

27 Ιαν 2012

Signature of Will

signature of will  Σύμφωνα με το νόμο Wills Act 1837, s 9 (όπως τροποποιήθηκε από το νόμο Administration of Justice Act 1982, s 17), η διαθήκη πρέπει να υπογράφεται από το διαθέτη (ή παρουσία του διαθέτη και υπό την καθοδήγησή του από κάποιον τρίτο) ώστε να προκύπτει ότι ο διαθέτης με την υπογραφή αυτή ήθελε να καταστήσει τη διαθήκη του έγκυρη. Η υπογραφή δεν απαιτείται να είναι ιδιόγραφη, καθώς έχει κριθεί ότι μία σφραγίδα με τα αρχικά του διαθέτη που τέθηκε στη διαθήκη είναι ισοδύναμη (In b Emerson (1882) 9 LR IR 443). Βλ. επίσης και Re Adams [1990] 2 All ER 97 και Wood v. Smith [1992] 3 All ER 556 και Administration of Justice Act (A.J.A.) 1982 ss 17 επομ.

18 Ιαν 2012

Joint and several liability

joint and several liability Οφειλή από κοινού και εις ολόκληρον. Όταν δύο άτομα δηλώνουν ότι οφείλουν από κοινού και εις ολόκληρον, εάν δεν τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας με τρίτο, τότε μπορούν να εναχθούν τόσο μαζί όσο και ατομικά και μάλιστα για το συνολικό ποσό της απαίτησης. Ο δανειστής τους ονομάζεται “joint and several creditor”. Εάν ένας από τους οφειλέτες καταβάλει ολόκληρο το ποσό, μπορεί να στραφεί κατά των συνοφειλετών του κατά το ποσό της συμμετοχής τους στην οφειλή.

13 Ιαν 2012

Νemo debet bis vexari


nemo debet bis vexari  Αρχή του ποινικού δικαίου, ότι κανένας δεν πρέπει να διώκεται για δεύτερη φορά βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών, εάν έχει ήδη δικαστεί από αρμόδιο δικαστήριο. Σχετικές αρχές είναι και οι: Double Jeopardy και Autrefois acquit.

7 Ιαν 2012

Zero-rating

zero-rating  Η απαλλαγή ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (VAT), όπως π.χ. τρόφιμα (με εξαιρέσεις), βιβλία, εφημερίδες, καύσιμα, κάρβουνο κ.λπ., σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου Value Added Tax Act 1983.

27 Δεκ 2011

Racial group; Racial hatred

racial group  Φυλετική ομάδα. Ομάδα ατόμων που καθορίζεται βάσει χρώματος, φυλής, εθνικότητας, εθνικής καταγωγής ή κρατικής καταγωγής. Ο ορισμός αυτός βρiσκεται στο Race Relations Act 1976 s 3(1). Σχετικές δικαστικές αποφάσεις είναι οι: Mandla v. Lee [1983] 2 AC 548 και Gwynned CC v. Jones [1986] ICR 833.


racial hatred  Φυλετικό Μίσος. Μίσος εναντίον ομάδας ατόμων που διαμένει στη Μεγ. Βρετανία και καθορίζεται βάσει χρώματος, φυλής, εθνικότητας (συμπεριλαμβανομένης και της υπηκοότητας), εθνικής καταγωγής ή κρατικής καταγωγής. Η υποκίνηση φυλετικού μίσους είναι αδίκημα δημόσιας τάξης και προβλέπεται στο Public Order Act (P.O.A.) 1986 ss 17-29. Περιλαμβάνει τις εξής ειδικώτερες εκφάνσεις:
  • με πρόθεση υποκίνηση μίσους προς φυλετική ομάδα,
  • διανομή ρατσιστικού υλικού στο ευρύ κοινό,
  • δημόσιες ομιλίες εμπρηστικού περιεχομένου,
  • δημιουργία ρατσιστικών ιστοτόπων στο Διαδίκτυο και
  • υποκίνηση εμπρηστικών διαδόσεων σε βάρος ατόμου ή φυλετικής ομάδας με σκοπό την πρόκληση φυλετικής δυσαρέσκειας.
ΣΗΜ. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν καλύπτεται από την παραπάνω νομοθεσία,αλλά από το Racial and Religious Hatred Act 2006, που αφορά την υποκίνηση θρησκευτικού μίσους εναντίον ατόμου ή ομάδας ατόμων λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Η νομοθεσία αυτή ισχύει μόνο σε Αγγλία και Ουαλία, αλλά όχι στη Σκωτία.

10 Δεκ 2011

The Queen can do no wrong

Queen can do no wrong  Αξίωμα του Κοινοδικαίου, σύμφωνα με το οποίο η Βασίλισσα δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη δική της ή της Κυβέρνησης και δεν μπορεί να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων. Μετά το Νόμο Crown Proceedings Act 1947 το αξίωμα αυτό δεν εμποδίζει την έγερση αγωγών κατά του Στέμματος.

9 Δεκ 2011

Affinity; Consanguinity

affinity  Συγγένεια εξ αγχιστείας, η οποία δημιουργείται από γάμο, μεταξύ του/της συζύγου και των συγγενών του άλλου συζύγου. 

consanguinity  Συγγένεια εξ αίματος, η οποία δημιουργείται από την καταγωγή από κοινό πρόγονο.

2 Δεκ 2011

Ancient Monument

ancient monument  Κάθε κτίσμα, έργο, τοποθεσία, κήπος ή περιοχή που έχει κηρυχθεί από την Επιτροπή Ιστορικών Κτηρίων και Μνημείων (Historic Buildings and Monuments Committee) προστατευόμενο λόγω ιστορικού, αρχαιολογικού, παραδοσιακ6ού, αρχιτεκτονικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος (National Heritage Act 1983, s 33(8) και Ancient Monuments and Archaeological Areas Act 1979).

30 Νοε 2011

Knacker; Knacker's yard

knacker  Όποιος ασχολείται επαγγελματικά με τη σφαγή ζώων για σκοπούς εκτός της κατανάλωσης του κρέατός τους (Protection of Animals Act 1911 s 15).

knacker’s yard  Σφαγείο. Κάθε χώρος που χρησιμοποιείται για σφαγή, εκδορά και τεμαχισμό ζώων για σκοπούς εκτός της κατανάλωσης κρέατος (Food Act 1984 s 132(1)).

Law French

Law French  Νομικά Γαλλικά. Η αγγλο-νορμανδική νομική ορολογία που χρησιμοποιήθηκε σε επίσημα έγγραφα και δικόγραφα μεταξύ 1260 και 1377 (θάνατος Εδουάρδου Γ’) και παρέμεινε σε συχνή χρήση μέχρι και τις αρχές του 18ου αιώνα. Αρχικά βασισμένη στη νορμανδική διάλεκτο της Γαλλικής γλώσσας, είχε ήδη από το 1300 παραφθαρεί σε μεγάλο βαθμό (σε σχέση με τα γαλλικά). Στη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων χρησιμοποιήθηκε μέχρι και τα τέλη του 17ου αιώνα, οπότε και γράφτηκε από τον Sir John Comyn το καλύτερο νομικό εγχειρίδιο στη γλώσσα αυτή, το “Digest of the Laws of England” (1762-1767). Απομεινάρια της γλώσσας αυτής συναντώνται στη σύγχρονη νομική ορολογία του αγγλοσαξωνικού δικαίου, όπως π.χ. appeal, assault, arrest, defer, defy, escrow, heir, indictment, laches, larceny, lien, mortgage, nuisance, ouster, party, proof, remainder, suit, tort, trespass, verdict, voir dire. Ως προς την προφορά των νομικών όρων που προέρχονται από τη γλώσσα αυτή, πρέπει να σημειωθεί ότι το ορθώτερο είναι να προφέρονται ως αγγλικές και όχι ως γαλλικές λέξεις, π.χ. oyez (όγιες και όχι ογιέ), autrefois (ότρεφοϊς και όχι οτρφουά).

29 Νοε 2011

Law Latin; Mingle-mangle

Law Latin Νομικά Λατινικά. Η εκχυδαϊσμένη και παραφθαρμένη λατινική γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην αγγλική νομοθεσία και νομολογία μέχρι και τον 18ο αιώνα. Το 1730 το Βρετανικό Κοινοβούλιο κατάργησε τη χρήση των «Νομικών Λατινικών» στις δικαστικές διαδικασίες, επέτρεψε όμως το 1732 αρκετές λατινικές νομικές φράσεις κοινής χρήσης  (όπως π.χ. habeas corpus, nisi prius, κ.λπ.), καθώς σύμφωνα με τον μεγάλο Άγγλο νομομαθή William Blackstone, αυτές οι εκφράσεις δεν μπορούσαν να καταργηθούν επειδή ήταν αδύνατο να αποδοθούν με σαφήνεια στην αγγλική γλώσσα.


Mingle-mangle Η ανάμειξη της αγγλικής γλώσσας με λατινικά ή γαλλικά σε αποφάσεις αγγλικών δικαστηρίων κατά τον 15ο, 16ο και 17ο αιώνα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι αποφάσεις The Case of the Thorns (YB 6 Ed. 4, f. 7, pl. 18) (KB 1466) και Weaver v. Ward (Hob. 134, 80 Eng. Rep. 284) (KB 1616).

28 Νοε 2011

Knock-out

knock-out Η παράνομη συμφωνία μεταξύ όσων συμμετέχουν σε δημοπρασία να απέχουν κάποιοι από αυτούς, ώστε το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί να είναι μικρότερο από το αναμενόμενο (Auctions (Bidding Agreements) Act 1927).

16 Νοε 2011

Crimes against peace

crimes against peace Εγκλήματα κατά της ειρήνης. Κατηγορία πολεμικών εγκλημάτων που καθορίστηκε από το Διεθνές Στρατοδικείο της Νυρεμβέργης και θεωρείτα πλέον τμήμα του εθιμικού δημοσίου διεθνούς δικαίου. Περιλαμβάνουν το σχεδιασμό, την προετοιμασία ή την διεξαγωγή επιθετικού πολέμου.

Crimes against humanity

crimes against humanity Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κατηγορία πολεμικών εγκλημάτων που καθορίστηκε από το Διεθνές Στρατοδικείο της Νυρεμβέργης και θεωρείτα πλέον τμήμα του εθιμικού δημοσίου διεθνούς δικαίου. Περιλαμβάνουν τη δολοφονία, την εξόντωση, τον εξανδραποδισμό, την απέλαση και άλλες απάνθρωπες πράξεις εις βάρος άμαχου πληθυσμού και το διωγμό για πολιτικούς, φυλετικούς ή θρησκευτικούς λόγους (εφ' όσον όμως ο διωγμός συνδέεται με εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά την ειρήνης). Ως κατηγορία πολεμικών εγκλημάτων είναι ευρύτερη αυτής των εγκλημάτων πολέμου, καθώς οι πράξεις που περιλαμβάνονται σ' αυτήν είναι εγκλήματα, ανεξάρτητα εάν αντίκεινται στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας όπου διαπράττονται.